ἐπουλίς

ἐπουλ-ίς, ίδος,
A

, (οὖλον)

growth on the gum,

Dsc.5.79

, Aët.8.27.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπουλίς — growth on the gum fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουλίδα — ἐπουλίς growth on the gum fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουλίδας — ἐπουλίς growth on the gum fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουλίδες — ἐπουλίς growth on the gum fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουλίδος — ἐπουλίς growth on the gum fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουλίδων — ἐπουλίς growth on the gum fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπουλίσι — ἐπουλίς growth on the gum fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επουλίδα — η (AM ἐπουλίς, ίδος) φλεγμονώδης εξόγκωση τών ούλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί* + ουλ ίς (< ού λον + υποκορ. κατάλ. ις)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.